γαστρολογία

γαστρο-λογία, , the Greek
A Almanach des Gourmands, written by Archestratus, Ath.3.104b, 7.278b; also cited by the title of ἡ γαστρονομία, Id.1.4e, 2.56c.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαστρολογίᾳ — γαστρολογίᾱͅ , γαστρολογία Almanach des Gourmands fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρολογία — η (Α γαστρολογία) νεοελλ. ο κλάδος τής ιατρικής που ασχολείται με το στομάχι αρχ. πραγματεία που αναφέρεται στις απολαύσεις του στομάχου …   Dictionary of Greek

  • γαστρολογίας — γαστρολογίᾱς , γαστρολογία Almanach des Gourmands fem acc pl γαστρολογίᾱς , γαστρολογία Almanach des Gourmands fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρολογίαι — γαστρολογίᾱͅ , γαστρολογία Almanach des Gourmands fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρολογίαν — γαστρολογίᾱν , γαστρολογία Almanach des Gourmands fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek

  • γαστήρ — η (AM γαστήρ) 1. η κοιλιά, το μέρος τού σώματος που περιέχει τα σπλάχνα, ανάμεσα στον θώρακα και στους μηρούς 2. το στομάχι 3. φρ. α) «βόσκειν ἥν γαστέρα» να γεμίσει την κοιλιά του Όμ. β) «γαστέρες οἶον» μόνο κοιλιές, μόνο για φαΐ (Ησίοδ.) μσν.… …   Dictionary of Greek

  • γαστρολογικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη γαστρολογία …   Dictionary of Greek

  • γαστρονομία — Η τέχνη της παρασκευής των φαγητών έτσι που να γίνονται νόστιμα και ορεκτικά. Ο άνθρωπος της παλαιολιθικής εποχής, επειδή δεν είχε ανακαλύψει ακόμα τη φωτιά, ήταν υποχρεωμένος να τρέφεται με ωμά κρέατα και καρπούς· επομένως η πρώτη στοιχειώδης… …   Dictionary of Greek

  • Τερψίων — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Μαθητής του Σωκράτη από τα Μέγαρα. Αναφέρεται στον Θεαίτητο του Πλάτωνα. 2. Έλληνας συγγραφέας ιατρικών έργων. Έγραψε Γαστρολογία με συμβουλές για διάφορες τροφές, που τις θεωρεί ανθυγιεινές. Φαίνεται, ότι έζησε στους …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.